ἐπορέγω

ἐπορέγω,
A hold out to, give yet more,

εἴ περ ἂν..Ζεὺς ἐπὶ Τυδεΐδῃ Διομήδεϊ κῦδος ὀρέξῃ Il.5.225

:—[voice] Med.,

τιμῆς οὔτ' ἀφελὼν οὔτ' ἐπορεξάμενος Sol.5.2

.
2 metaph.,

[τὸ θεῖόν] τισιν ἐ. τὰς μεταδόσεις τῆς ὑπερπλήρους ἀγαθότητος Procl.Inst.131

.
II [voice] Med., stretch oneself towards, once in Hom., ἐπορεξάμενος reaching forward to strike, Il.5.335 ; χειρί τινος ἐ. reach at a thing, A.R.1.1313 ;

οὗ παλάμῃ ἐπορέχθην Matro Conv.70

; also

χεῖράς τινι ἐ. A.R.2.1212

;

ἐ. πρός τι Hp. Epid.7.11

: abs., ib.7.5.
2 ἐ. τινός yearn for it,

ἀλλοίων ἐ. Emp. 110.6

, cf. Pl.R.437c, Tht.186a.
3 rise in one's demands, Hdt. 9.34.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επορέγω — ἐπορέγω (Α) [ορέγω] 1. προτείνω, προσφέρω, απονέμω («εἴ περ ἂν οὔτε Ζεὺς ἐπὶ Τυδεΐδῃ Διομήδεϊ κῡδος ὀρέξῃ», Ομ. Ιλ.) 2. μέσ. ἐπορέγομαι εκτείνομαι, απλώνομαι προς τα εμπρός, φθάνω («ἔνθ’ ἐπορεξάμενος μεγαθύμου Τυδέως υἱὸς ἄκρην οὔτασε χεῑρα… …   Dictionary of Greek

  • ἐπορέγεσθε — ἐπορέγω hold out to pres imperat mp 2nd pl ἐπορέγω hold out to pres ind mp 2nd pl ἐπορέγω hold out to imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπορεγόμενον — ἐπορέγω hold out to pres part mp masc acc sg ἐπορέγω hold out to pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπορέγει — ἐπορέγω hold out to pres ind mp 2nd sg ἐπορέγω hold out to pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπορέγουσι — ἐπορέγω hold out to pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐπορέγω hold out to pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπορέγουσιν — ἐπορέγω hold out to pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐπορέγω hold out to pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπορέξαι — ἐπορέγω hold out to aor inf act ἐπορέξαῑ , ἐπορέγω hold out to aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπορέξατε — ἐπορέγω hold out to aor imperat act 2nd pl ἐπορέγω hold out to aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπορέξεαι — ἐπορέγω hold out to aor subj mid 2nd sg (epic) ἐπορέγω hold out to fut ind mid 2nd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπορέχθην — ἐπορέγω hold out to aor ind pass 3rd pl (epic doric aeolic) ἐπορέγω hold out to aor ind pass 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπορεγομέναις — ἐπορέγω hold out to pres part mp fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.